Digesta 2004

Η NOMIKH ΩΣ «ΤΕΧΝΗ» ΤΗΣ ΠΕΙΘΟΥΣ[1]

Απόστολος Χελιδόνης

Λέκτορας στη Νομική Σχολή Θράκης

Για να ανοίξετε το άρθρο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

Αποτελεί μιαν αυτονόητη αλήθεια για τους νομικούς όλων των εποχών το γεγονός ότι η νομική επιστήμη, σε αντίθεση με άλλους επιστημονικούς κλάδους που ανήκουν στον χώρο των ερμηνευτικών[2], κοινωνικο-γλωσσικών[3] και ανθρωπιστικών επιστημών[4], αποτελεί γνωστικό αντικείμενο που χαρακτηρίζεται πρωτίστως από έναν εφαρμοστικό προσανατολισμό. Η καντιανή άρνηση της διάκρισης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, βρίσκει ίσως εδώ την ευτυχέστερη επιβεβαίωσή της[5].

Το δίκαιο, συνιστώντας το προϊόν της ρυθμιστικής επέμβασης στην κοινωνική πράξη, ασχολείται ως γνωστό με σχέσεις που δεν χαρακτηρίζονται ούτε πάντοτε από αρμονία, ούτε από συναντίληψη συμφερόντων. Γεννιέται λοιπόν η ανάγκη άρσης ή εξομάλυνσης των ανακυπτουσών διαφορών μεταξύ των κοινωνών του δικαίου. Στη διαδικασία αυτή, κρίσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο η νομοθετική δράση επεμβαίνει προσανατολιστικά στην κοινωνική δράση μέσω του κανόνα δικαίου. Η επιβολή των έννομων συνεπειών με τις οποίες απαντά ο νόμος στο παραπάνω φαινόμενο, αποτελεί στη συνέχεια έργο της Δικαιοσύνης. Η τελευταία συνιστά κυριολεκτικά το άγρυπνο μάτι του νόμου. Την καθοδηγεί αλλά και αυτός καθοδηγείται από το έργο της. Η σχέση τους είναι αμφίδρομη και αμοιβαία.

Ο νομικός και ειδικότερα ο εφαρμοστής του δικαίου, σε αντίθεση με τις επιδιώξεις κάθε άλλου επιστήμονα, δεν αναζητά όμως την επιστημονική αλήθεια. Η μόνη οντολογία που γνωρίζει, είναι η δικαστική αναπαραγωγή της υπό κρίση κοινωνικής πραγματικότητας, που συμπυκνώνεται στην κρινόμενη διαφορά[6]. Το προϊόν της αξιολογούσας[7] νομικής κρίσης, με βάση την οποία θα κριθεί η νομική διαφορά, ανήκει αντίθετα στον κόσμο του δέοντος[8]. Αποτελεί κατά την καντιανή θεωρία, αντικείμενο της πρακτικής λογικής[9]. Αυτό το γεγονός προσδιορίζει τον χαρακτήρα και το ρόλο του έργου του ουσιαστικού δικαίου. Το τελευταίο διατυπώνει κοινώς αποδεκτά μοντέλα συμπεριφοράς.

Το έργο του θεωρητικού του δικαίου, όπως και αυτό του εφαρμοστή του δικαίου, χωρίς να ταυτίζονται, τέμνονται στην κοινότητα του ερμηνευτικού ρόλου τους. Αμφότεροι ερμηνεύουν κανονιστικά κείμενα[10], δηλαδή γλωσσικά δομημένες επιταγές συμπεριφοράς, οι οποίες προκαθορίζουν ανθρώπινες στάσεις. Ο θεωρητικός του δικαίου μάλιστα περιορίζεται μόνο στο έργο της ερμηνείας[11]. Η ερμηνεία όμως στο βαθμό που ασχολείται με ανθρώπινες αξιολογήσεις ενέχει τον κίνδυνο της αβεβαιότητας και της αυθαιρεσίας. Τον κίνδυνο αυτόν προσπαθεί να περιορίσει η συστηματική διάρθρωση της νομικής ύλης. Ο νόμος δεν αποτελεί ούτε συνονθύλευμα προτύπων συμπεριφοράς, ούτε (πρέπει να) ανταποκρίνεται σε πρόσκαιρες και επισφαλείς για την κοινωνική δράση αξιoλογήσεις, που δεν αποτυπώνουν ένα ευρύτερο consensus περί του δέοντος.

Το νομικό σύστημα δεν είναι εν τούτοις περαιτέρω από μόνο του πάντοτε αναγνωρίσιμο. Η ανασύνθεση των συστηματικών αξιολογήσεών του επιτυγχάνεται ακριβέστερα μέσω της επιχειρηματολογικής - ερμηνευτικής αξιολόγησης. Ο νομικός πρωτίστως δεν αποδεικνύει, αλλά σταθμίζει και αξιολογεί. Η νομική επιστήμη ανήκει υπό το πρίσμα αυτό στις τέχνες[12] της επιχειρηματολογίας[13].

Κυρίως ο διάδικος μιας δικαστικής διαφοράς πρέπει να πεισθεί από το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης που τον αφορά. Ο τελευταίος δεν αναγνωρίζει στη δικαστική απόφαση καμία φυσική ή μαθηματική αλήθεια. Με το ίδιο εντελώς σκεπτικό θα πρέπει να εκτιμηθεί και η αποτελεσματικότητα κάθε θεωρητικής νομικής άποψης. Για να μπορέσουν δικαιοσύνη και νομική επιστήμη να αναπτύξουν την παιδευτική τους λειτουργία, ώστε ο κανονιστικός χαρακτήρας του νόμου να υλοποιείται στην πράξη, να γίνεται, με άλλα λόγια, ζωντανό δίκαιο, θα πρέπει το ερμηνευτικό έργο του δικαστή αλλά και του ερευνητή να διακρίνεται από πειθώ. Στο σημείο αυτό, η νομική επιχειρηματολογία, που συμπυκνώνεται στο νομικό δόγμα, εκδηλώνει τον σταθεροποιητικό της ρόλο[14]. Η νομική θεωρία διαμέσου της συστηματοποίησης, ταξινόμησης και αξιολόγησης των δικαιϊκών μηχανισμών συμβάλλει στην οργάνωση της δικαϊκής ύλης, προσδίδοντάς της τη μορφή συστήματος, το οποίο ενισχύει και στηρίζει την πειστικότητα του δικανικού έργου[15], διακρίνοντας μάλιστα το τελευταίο από την αποσπασματική και ενστικτώδη ετυμηγορία του καδή[16]. Με το περιεχόμενο, τις δομές, τις αξιολογήσεις και τη μεθοδολογία της η νομική θεωρία ερευνά το υλικό που της προσφέρει η πράξη[17]. Η τελευταία εμπλουτίζει το συγκεκριμένο υλικό με νέους προβληματισμούς. Οι προτάσεις αυτές επιστρέφουν συχνά στην ίδια την πράξη είτε ως νέο νομοθετικό έργο είτε ακόμη συχνότερα ως αποτέλεσμα της δικαιοπλαστικής εξουσίας του δικαστή[18]. Ο νόμος τις περισσότερες φορές έρχεται να καταγράψει το απόσταγμα της θεωρητικής αναζήτησης που φιλτραρίστηκε δημιουργικά μέσα από το έργο της θεωρητικής παρέμβασης[19].

Η οργάνωση του νομικού συστήματος διαφέρει από την οργάνωση ενός μαθηματικού τύπου. Η διαφορά συνίσταται στο ότι κάθε προηγούμενο στάδιο της νομικής σκέψης δεν συνιστά ένα διαπιστωθέν λάθος. Κάθε επιχειρηματολογία αποτελεί αντίθετα μια ανοιχτή, εξελισσόμενη ερμηνευτική διαδικασία (offener Prozeß)[20]. Η ίδια έχει μέσα της το σπέρμα της ανατροπής της[21]. Ο ερμηνευτής, όπως και ο φιλόσοφος, οφείλει να έχει υπόψη του τη διεξαχθείσα συστηματική και δικαιοπολιτική συζήτηση, να διατηρεί και να ελέγχει την επιχειρηματολογική[22] εποπτεία. Η νομική επιστήμη είναι άρρηκτα δεμένη στο άρμα της ιστορικής[23] της εξέλιξης[24].

Η νομική ερμηνεία προϋποθέτει μια ψύχραιμη, αντικειμενική και ουδέτερη προσέγγιση, ενώ εμπλουτίζεται και με νέα επιχειρήματα. Η διαφορετικότητα των συμφερόντων σε μια ιδιωτική δικαστική διαφορά, που χρωματίζει και την ποιότητα των αντίστοιχων αιτημάτων και επιδιώξεων των διαδίκων, δεν διαφέρουν λοιπόν λειτουργικά από την πρακτική των θεωρητικών αναλύσεων. Ένα νομικό επιχείρημα αναπτύσσει πειστικότητα στο βαθμό που α) δεν προσκρούει στο γράμμα και στο σκοπό του νόμου, β) δεν ανατρέπει χωρίς λόγο παραδεδομένες αξιολογήσεις, και γ) δεν αμφισβητεί άκριτα την πάγια νομολογία, που αξιοποιεί τις εκτιμήσεις της θεωρίας. Εξαιρετικά δε η νομολογία συμβάλει στην εμφάνιση και εθιμικού δικαίου ακόμη και σε έννομες τάξεις, όπως η δική μας, που χαρακτηρίζονται από έντονη εξάρτηση από το γραπτό δίκαιο[25]. Κλασικό παράδειγμα από την περιοχή του αστικού δικαίου αποτελεί η θεωρία περί θετικής παράβασης της ενοχής, που συνιστά το προϊόν διαλόγου μεταξύ νομολογίας και θεωρίας.

Η νομική επιχειρηματολογία αποτελεί μεθοδολογικά τη διαδικασία με την οποία προβάλλεται μια θέση και διατυπώνεται μια αντίθεση[26]. Οι δύο πόλοι συναπαρτίζουν τον διαλεκτικό συλλογισμό που αποσκοπεί στην επίτευξη συμφωνίας και συνεννόησης μέσω των επαρκών αξιολογικών αντιπαραθέσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι και σε δικονομικό επίπεδο αυτό το διαλεκτικό (συμβατικό στη βάση του) μοντέλο κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος για την κατανόηση και αυτού ακόμη του νομιμοποιητικού ρόλου της δικαστικής απόφασης[27]. H συμφωνία και ο συμβιβασμός μέσα από την επιχειρηματολογία και τον δημιουργικό διάλογο γεννά κατόπιν την αξιοπιστία της νομικής απόφανσης. Με τον τρόπο αυτό διαδίδεται και διαχέεται σε όλες τις πτυχές του νομικού πράττειν μια ηθική του διαλόγου και της συνδιαλλαγής, μια Diskursethik[28]. Αυτή, ως φαίνεται, είναι η μεγαλύτερη συμβολή της νομικής θεωρίας στο σύγχρονο πολιτισμό μας.

Οι νεότεροι φιλόσοφοι κάνουν σε αυτά τα συμφραζόμενα λόγο για διαλεκτική αντιπαράθεση[29]. Η νομική επιχειρηματολογία επιτυγχάνει το ίδιο, παραμένοντας παράλληλα προσανατολισμένη στο πρόβλημα και στο σύστημα[30]. Η νομική επιχειρηματολογία διαχέεται ήδη όμως στη λειτουργία του δικανικού συλλογισμού. Η μετάβαση από την λεγόμενη ελάσσονα πρόταση, που ενσωματώνει το υπό κρίσιν περιστατικό, στη μείζονα πρόταση, που αποδίδει το περιεχόμενο του κανόνα δικαίου, περνά μέσα από το φίλτρο της ερμηνείας[31]. Η ερμηνεία συνοδεύει κάθε έργο του νομικού. Η μέθοδος δουλειάς του τελευταίου είναι αντίστροφη αυτής ενός μαθηματικού. Ο μαθηματικός εργάζεται απαγωγικά[32]. Από αξιωματικές παραδοχές καταλήγει σε νέα συμπεράσματα και άλλες παραδοχές. Δεν επιχειρηματολογεί αλλά αποδεικνύει. Ο νομικός κινείται από το άλλο μέρος κατά βάση αντίστροφα, δηλαδή επαγωγικά. Από την επιμέρους εκτίμηση ιδιαίτερων περιστατικών ή προβλημάτων ανάγεται σε γενικότερες αρχές και συμπεράσματα. Δεν είναι το αξίωμα αλλά το πρόβλημα που κινητοποιεί τη σκέψη του. Αυτή η αντίστροφη πορεία καθιστά το έργο του αντικείμενο κριτικής εκτίμησης[33]. Η συναγωγή μιας γενικότερης νομικής αρχής δεν προκύπτει αξιωματικά αλλά ανακύπτει ως προϊόν μιας επιχειρηματολογικής, «τοπικής» με την αριστοτελική έννοια προσέγγισης[34]. Τίποτε δεν επιβάλλεται αλλά όλα συζητούνται. Η δικαστική απόφαση και η επιστημονική εργασία υπόκεινται κατόπιν τούτου σε λογική εκτίμηση και έλεγχο υπό ένα άλλο πρίσμα. Η πρακτική αυτή δεν είναι η αποδεικτική λογική αλλά αυτή της αξιολόγησης για την επίτευξη μιας γενικά αποδεκτής, συνεπώς μιας πειστικής λύσης[35].

Ο δικαστής και ο θεωρητικός δεν διαφέρουν ως προς το στόχο και τη μέθοδο της δουλειάς τους. Η κοινή μέθοδος επηρεάζει και το γλωσσικό ύφος που αμφότεροι χρησιμοποιούν. Έχοντας αυτό το τελευταίο στοιχείο υπόψη, επιβεβαιώνεται η μεγάλη εξάρτηση της νομικής επιστήμης από τη νομική ρητορική, φαινόμενο που αποτελούσε σχεδόν τον κανόνα στο ρωμαϊκό δίκαιο[36], αμφισβητήθηκε έντονα στην εποχή του νομικού θετικισμού που γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση κατά την εποχή της γερμανικής πανδεκτιστικής επιστήμης και αποκτά εκ νέου ζωηρό ενδιαφέρον στις μέρες μας[37]. Η ρητορική έχει στο διάβα του χρόνου φορτωθεί ατυχώς όμως με ένα βαρύ αρνητικό φορτίο, κυρίως για το μη νομικό. Συνδέθηκε επιπόλαια και πρόχειρα με την άστοχη πρακτική αλλοίωσης της αλήθειας και της ουσίας των πραγμάτων. Αυτή η αντίληψη στις μέρες μας είναι πια παρωχημένη. Ενόσω η νομική επιστήμη δεν αναζητά αναλλοίωτες αλήθειες αλλά στοχεύει στην άρση διαφωνιών, είναι πρωτίστως η τέχνη της πειθούς[38]. Με τη συλλογιστική αυτή φαίνεται να είναι πολύ πιο εξοικειωμένη η αγγλοσαξονική παρά η κεντροευρωπαϊκή νομική σκέψη. Ρητορική κάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα τόσο οι δικαστές όσο και οι θεωρητικοί σε αμφότερες τις οικογένειες δικαίων[39]. Η ευρωπαϊκή νομική σκέψη αποφεύγει όμως να το ομολογήσει. Η όσο το δυνατό γρηγορότερη κατανόηση αυτής της πρακτικής αλήθειας και η αξιοποίησή της στο νομικό έργο και κυρίως στο περιεχόμενο των νομικών σπουδών θα επέτρεπε να σχετικοποιηθεί ο ιστορικός κύκλος της εξάρτησης της νομικής σκέψης από τις (θεολογικές) καταβολές του αυθεντικού και δογματίζοντος λόγου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας ευρύτερης συσχέτισης της νομικής σκέψης με τη φιλοσοφική και κριτική αναζήτηση[40]. Η σύγχρονη νομική επιστήμη θα ανέπτυσσε έτσι παράλληλα μια βαθύτερη και ζωογόνα, αναμορφωτική, κριτική[41] και απελευθερωτική[42] λειτουργία, καθιστάμενη περαιτέρω η βάση για τις αναγκαίες προσαρμοστικές κοινωνικές αλλαγές. Η συλλογιστική των ατομικών, συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί έναν απτό παράδειγμα προς την κατεύθυνση αυτή[43]. Η εμπειρία τόσο του ρωμαϊκού δικαίου, όσο και της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής γραμματείας, από την οποία μπορεί να αντλήσει κανείς και σήμερα ακόμη γόνιμο προσανατολιστικό υλικό για τα σύγχρονα προγράμματα σπουδών, καταδεικνύει περίτρανα ότι η ρητορική διαθέτει τους δικούς της μηχανισμούς, οι οποίοι κατακτώνται μόνο μέσα από τη διαρκή άσκηση και επανάληψη. Το αποτέλεσμα βεβαίως είναι κατά πολύ υψηλότερο, όταν σε αυτές τις παραδεδομένες και επιβεβαιωμένες πρακτικές συνδράμουν και οι ικανότητες και το ταλέντο του ρήτορος. Αυτό όμως


[1]. Οι σκέψεις που ακολουθούν, συμπυκνώνουν επιγραμματικά τις θέσεις και ιδέες του εισαγωγικού μαθήματός μου προς τους φοιτητές του μεταπτυχιακού προγράμματος του Τομέα Ιδιωτικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003/2004.

[2]. R. Dworkin, Law’ s Empire 1986, σελ. 55 επ.

[3]. Wittgenstein, Philosophische Untersuchungen, 1967.

[4]. Στην ομάδα αυτή επιστημών κατατάσσει τη νομική επιστήμη ο Jacque Derrida, To πανεπιστήμιο άνευ όρων, μετφρ. Β. Μπιτσιώρη, εκδ., Εκκρεμές, 2004, σελ. 23.

[5]. Immanuel Kant, Δοκίμια, μτφρ. Ε.Π. Παπανούτσου, εκδ. Δωδώνη, 1971, σελ. 42.

[6]. A. Kaufmann, Rechtspostivismus und Naturrecht in erkenntnistheoretischer Sicht, σε, ο ίδιος, Rechtsphilosophie im Wandel; Stationen eines Weges, 2η εκδ., 1984, σελ. 78.

[7]. Arthur Kaufmann, σε A. Kaufmann/W. Hassemer, Einführung in Rechtsphilosophie und Rechtstheorie der Gegenwart, 6η εκδ., 1994, σελ. 22.

[8]. Engisch, Auf der Suche nach der Gerechtigkeit - Hauptthemen der Rechtsphilosophie, 1971, σελ. 7 επ.

[9]. Immanuel Kant, Κριτική του πρακτικού λόγου, μετ. Γ.Δ. Σκούρτση, εκδ. Αναγνωστίδη, 1944.

[10]. Gadamer, Wahrheit und Methode; Grundzüge einer philosophischen Hermeneutik, 4η εκδ., σελ. 250 επ., F. Müller, Juristische Methodik, 3η εκδ., 1989, σελ. 174.

[11]. Schleichermacher, Hermeutik und Kritik, (επανεκδ. 1974), σελ. 309 επ.

[12]. Ο όρος τέχνη στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα δεν κυριολεκτεί απόλυτα και εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητεί την βαθιά πεποίθηση του γράφοντος ότι η νομική σκέψη διέπεται από την επιστημονική μέθοδο και τις επαληθεύσιμες πρακτικές κάθε ερμηνευτικού γνωστικού κλάδου.

[13]. R. Alexy, Theorie der juristischen Argumentation, 2η εκδ., 1991.

[14]. Luhmann, Soziale Systeme, Grundriss einer allgemeinen Theorie, 1984, σελ. 30.

[15]. Luhmann, Sinn als Grundbegriff, σε Habermas/Luhmann, Theorie der Gesellschaft als Sozialtechnologie - was leistet die Systemforschung, 1971, σελ. 34.

[16]. Bund, Juristische Logik und Argumentation, 1983, σελ. 100 επ.

[17]. Zippelius, Die experimentierende Methode im Recht, σε Akademie der Wissenschaften und der Literatur Mainz, Abhandlungen der geistes - und sozialwissenschaftlichen Klasse, 1991, Nr. 4.

[18]. F. Müller, Richterrecht, 1986.

[19]. Luhmann, Positives Recht und Ideologie, σε ARSP LII (1967), σελ. 567 επ.

[20]. Luhmann, Rechtssoziologie 1, 1972, σελ. 196.

[21]. J. Schneider, Information und Entscheidung des Richters; Zu einer juristischen Entscheidungs - und Kommunikationstheorie automatischer Informationssysteme im Recht, 1980, σελ. 77 επ.

[22]. Habermas, Theorie des kommunikativen Handels, 1981, τόμος 2, σελ. 535 επ.

[23]. Radbruch, Rechtsphilosophie, 8η εκδ. 1983, σελ. 222 επ.

[24]. Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts - oder Naturrecht und Staatswissenschaft im Grundrisse, § 185 (Suhrkamp, τόμος 7, σελ. 341).

[25]. Μιχαηλίδη - Νουάρου, Δίκαιον και κοινωνική συνείδησις, 1972, σελ. 89 επ.

[26]. Lorenzen, Logische Strukturen in der Sprache, σε ο ίδιος, Methodisches Denken, 1974, σελ. 60 επ.

[27]. Luhmann, Legitimation durch Verfahren, 1969, Habermas, Moralbewusstsein und kommunikatives Handeln, 1983, σελ. 76 επ.

[28]. Hassemer, Rechtsphilosophie, σε Handlexikon zur Rechtswissenschaft (Ed. Axel Görlitz), 1972, σελ. 333 επ.

[29]. Apel, Diskurs und Verantwortung, 1988.

[30]. Willke, Εισαγωγή στη συστημική θεωρία, εκδ. Κριτική, μτφρ. Ν. Λίβου, 1996.

[31]. Haft, Einführung in das juristische Lernen, 1983, σελ. 83, Rudolf Schreiber, Die Geltung von Rechtsnormen, 1966, σελ. 36 επ.

[32]. Koch/Rüssmann, Juristische Begründunguslehre, 1982, σελ. 59 επ.

[33]. Luhmann, Zweckbegriff und Systemrationalität, 1973.

[34]. Eike v. Savigny, Topik und Axiomatik; eine verfehlte Alternative, σε ASRP 59 (1973), σελ. 250.

[35]. Κ. Popper, Logik der Forschung, 7η εκδ., 1982.

[36]. Απόδειξη αυτού του πράγματος αποτελεί η ύπαρξη πολλών και στα μάτια ενός σύγχρονου νομικού ενδεχομένως αντιφατικών μεταξύ τους ρήσεων από τους ιουστινιάνειους Πανδέκτες. Για παράδειγμα, για την exceptio doli διατυπώνονται από τον ίδιο νομικό, τον Γάϊο, οι εξής φαινομενικά αλληλοαναιρούμενες ρήσεις: Αφενός, η άποψη: nullus videtur dolo facere, qui suo iure utitur (: κανείς δεν ενερεγεί παράνομα ασκώντας το δικαίωμά του, Π. 50, 17, 55) και, αφετέρου, η άποψη: male enim nostro iure uti non debemus (: με κακόβουλο τρόπο δεν επιτρέπεται να ασκούμε τα δικαιώματά μας, Γάϊος, Institutionen, 1, 53). Οι ρήσεις αυτές αποδεικνύουν ότι το περιεχόμενό τους δεν κρύβει αναλλοίωτες, τρόπον τινά μαθηματικές αλήθειες αλλά επιχειρηματικούς και ρητορικούς «τόπους» με την αριστοτελική έννοια του όρου, των οποίων γινόταν κατάλληλη εφαρμογή στην εκάστοτε κρινόμενη διαφορά. Η δομική αυτή αντίληψη καθιστούσε το εν λόγω δίκαιο ευέλικτο και προσαρμοστικό στις κοινωνικές, ρυθμιστικές ανάγκες, γεγονός που επέτρεψε άλλωστε την επιβίωσή του για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια σε πολλούς, ανόμοιους πολιτισμικά μεταξύ τους λαούς. Η ρητορική πρακτική δεν ήταν ουσιαστικά λοιπόν παρά η τέχνη της αξιολόγησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται και σήμερα ακόμη κατά την εξειδίκευση των γενικών ρητρών.

[37]. U. Neumann, Rechtsontologie und juristische Argumentation, 1978, σελ. 1 επ., Ellscheid/Hassemer, Interessenjurisprudenz, 1974.

[38]. Perelmann, Das Recht der Rhetorik; Rhetorik und Argumentnaion, 1980.

[39]. Haft, Juristische Rhetorik, 4η εκδ., 1990, Perelmann, Juristische Logik als Argumentationslehre, 1979.

[40]. Weinberger, Kann man das normenlogische Folgerungssystem philosophisch begründen, σε ASRP 1979, σελ. 178.

[41]. Rottleuthner, Rechtswissenschaft als Sozialwissenschaft, 1973, σελ. 257.

[42]. Immanuel Kant, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών, μτφρ. Γιάννη Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, 1984, σελ. 108 επ.

[43]. Πρβλ. Michel Foucault, Τι είναι Διαφωτισμός, μτφρ. Στ. Ροζάνη, εκδ. Έρασμος, 1988.