Digesta 2004

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Για να ανοίξετε το άρθρο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

ν. 2251/1994

Προστασία του καταναλωτή σε στεγαστικά δάνεια με καταχρηστικούς όρους

 

Ι.

Είναι παράνομη η εφάπαξ επιβάρυνση σε ποσοστό 1% επί του ποσού του κάθε δανείου που επιβάλλει η Τράπεζα στους συναλλασσομένους - δανειολήπτες ως «έξοδα φακέλου» ή «έξοδα χρηματοδότησης» ή «διαχειριστικά έξοδα», καθώς συνιστά απαγορευμένη προμήθεια κατά την έννοια της Πράξ. Διοικ. Τραπ. Ελλάδος 1969/91, αλλά είναι και καταχρηστικός κατά τον ν. 2251/94 ο όρος ΓΟΣ που την προβλέπει, γιατί παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

 

ΕιρΑθ 726/2004

(Δικαστής: Χ. Σταυροπούλου)

 

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών» όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Στην παρ. 7 του ως άνω άρθρου αναφέρονται ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Οι ΓΟΣ, τέλος πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 296, 1030 και 1219/2001 ΔΔΕ 11, σελ. 1112, 1125 και 1128 αντίστοιχα).

Στην κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι με συμβάσεις στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης Τράπεζας, η τελευταία τους χορήγησε δάνεια ύψους 33.218 Ευρώ και 80.782 Ευρώ στους πρώτους, 62.757 Ευρώ στους δεύτερους, 90.975,79 Ευρώ στους τρίτους και 31.694,79 Ευρώ στους τέταρτους. Ότι, κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων η εναγομένη τους επέβαλε να της καταβάλουν μία επιβάρυνση που ανερχόταν σε ποσοστό 1% επί του ποσού του κάθε δανείου, την οποία (επιβάρυνση) ονόμαζε «διαχειριστικά έξοδα». Ότι κατά την χορήγηση των ως άνω δανείων κατέβαλαν στην εναγομένη οι πρώτοι εξ αυτών το ποσό των 1140 Ευρώ, οι δεύτεροι το ποσό των 589,44 Ευρώ, οι τρίτοι το ποσό των 671,05 Ευρώ και οι τέταρτοι το ποσό των 244,84 Ευρώ. Ότι η είσπραξη από την εναγομένη των παραπάνω ποσών ήτοι ένα τοις εκατό επί του ποσού του κάθε δανείου που πήρε καθένας απ’ αυτούς, είναι παράνομη κατά το άρθρο 1 της 1969/8.8.1991 ΠΔ/ΤΕ και παράνομα και υπαίτια η εναγομένη τους ζημίωσε κατά τα ποσά αυτά. Ότι επιπροσθέτως ο όρος της πρόβλεψης της παραπάνω επιβάρυνσης είναι καταχρηστικός γιατί παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστης και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Ζητούν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς στους πρώτους ενάγοντες το ποσό των 1.140 Ευρώ, στους δεύτερους το ποσό των 589,44 Ευρώ, στους τρίτους το ποσό των 671,05 Ευρώ και στους τέταρτους το ποσό των 244,84 Ευρώ. Επίσης ζητούν να επιδικαστεί σε καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 150 Ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση, ισχυριζόμενοι ότι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους από την παραπάνω ενέργεια της εναγομένης, η οποία παραβίασε την 1969/1961 ΠΔ/ΤΕ που απαγορεύει την είσπραξη προμήθειας και χρησιμοποίησε αδιαφανή και καταχρηστικό όρο στη χορήγηση των δανείων, με σκοπό να τον χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να εισπράττει με συγκαλυμμένο τρόπο ποσά που δεν δικαιούνται προκαλώντας τους ζημιά. Ζητούν, τέλος νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Επικουρικά ζητούν οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού εφόσον τόσο η συμφωνία για την καταβολή των διαχειριστικών εξόδων είναι άκυρη εφόσον προσκρούει στην ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 όσο και ο όρος που προβλέπει ότι θα καταβάλουν στην εναγομένη ποσό 1% προκειμένου να πάρουν απ’ αυτή δάνειο είναι καταχρηστικός κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του 2251/1994.

Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 της 1969/1991 ΠΔ/ΤΕ, 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, 914, 297, 298, 346 ΑΚ, 907, 908 ΚΠολΔ και στη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ ως προς την επικουρική της βάση. Το αίτημα της καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, εφόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν μάλιστα και το σύνολο των καταναλωτών της εναγομένης, δεν συνιστούν προσβολή κάποιου αγαθού της σωματικής ψυχικής, πνευματικής ή κοινωνικής ατομικότητάς τους. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ του ΤΝ, ΥΠΔΑ (βλ. το υπ’ αριθμ. 065350/2003 έντυπο αγωγοσήμου). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τις από 21.6.2002 δύο συμβάσεις στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκαν μεταξύ των πρώτων εναγόντων και της εναγομένης Τράπεζας στην Αθήνα, η τελευταία τους χορήγησε δύο τοκοχρεολυτικά δάνεια για την αγορά κατοικίας ποσού 33.218 Ευρώ και 80.782 Ευρώ αντίστοιχα. Η εξόφληση των δανείων θα γινόταν σε 240 μηνιαίες τοκοχρεολιτικές δόσεις και το επιτόκιο συμφωνήθηκε για το πρώτο δάνειο σταθερό για τον πρώτο χρόνο σε 4,27% και για το επόμενο διάστημα δικαίωμα επιλογής σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου και για το δεύτερο δάνειο κυμαινόμενο το οποίο κατά την στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης ανερχόταν σε 5,62%. Τα ποσά των ως άνω δανείων εκταμιεύτηκαν από τους πρώτους ενάγοντες στις 25.7.2002 και την ίδια μέρα αυτά κατέβαλαν στην εναγομένη κατόπιν αξίωσής της για έξοδα χρηματοδότησης το ποσό των 332,18 Ευρώ για τη χορήγηση του πρώτου δανείου και το ποσό των 807,82 Ευρώ για την χορήγηση του δεύτερου δανείου και συνολικά το ποσό των 1.140 Ευρώ που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1% επί του ύψους των δανείων αυτών. Με την από 3.7.2000 σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των δεύτερων εναγόντων και της εναγομένης Τράπεζας, η τελευταία τους χορήγησε τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 62.757 Ευρώ για την αγορά διαμερίσματος. Η εξόφληση του δανείου θα γινόταν σε έξι ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου και το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυναινόμενο το οποίο τη στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης ανερχόταν σε 5,62%. Το ποσό του ως άνω δανείου εκταμιεύτηκε από τους δεύτερους ενάγοντες στις 24.7.2000 και την ίδια μέρα αυτά επέβαλαν στην εναγομένη κατόπιν αξίωσής της «ως διαχειριστικά έξοδα» το ποσό των 589,44 Ευρώ που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 1% επί του ύψους του δανείου αυτού. Με την από 2.2.2000 σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των τρίτων εναγόντων και της εναγομένης Τράπεζας στην Αθήνα, η τελευταία τους χορήγησε τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 90.975,79 Ευρώ για την αγορά διαμερίσματος. Η εξόφληση του δανείου θα γινόταν σε 180, μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου και το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, το οποίο τη στιγμή της κατάρτισης ανερχόταν σε 10,50%. Το ποσό του ως άνω δανείου εκταμιεύθηκε από τους τρίτους ενάγοντες στις 9.5.2000 και την ίδια μέρα αυτοί κατέβαλαν στην εναγομένη κατόπιν αξίωσής της για έξοδα φακέλου, άλλως ως διαχειριστικά έξοδα το ποσό των 671,05 Ευρώ.

Με την από 5.7.1999 σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των τέταρτων εναγόντων και της εναγομένης Τράπεζας στην Αθήνα, η τελευταία τους χορήγησε τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 31.694,79 Ευρώ για την αγορά διαμερίσματος. Η εξόφληση του δανείου θα γινόταν σε 180 μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου και το επιτόκιο συμφωνήθηκε σταθερό για τα πρώτα τρία έτη σε 8,62% και για το επόμενο χρονικό διάστημα επιλογής σταθερού κυμαινόμενου επιτοκίου. Το ποσό του ως άνω δανείου εκταμιεύθηκε στις 5.7.1999 από τους τέταρτους ενάγοντες και την ίδια μέρα αυτοί κατέβαλαν στην εναγομένη κατόπιν αξίωσής της για έξοδα φακέλου το ποσό των 244,84 Ευρώ.

Κατά τη σύναψη των ως άνω δανείων η εναγομένη είχε επιβάλλει στους ενάγοντες, πέρα από το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονται τα δάνεια και μια εφάπαξ επιβάρυνση που ανέρχεται σε ύψος 1% επί του ποσού των δανείων των πρώτων εναγόντων και σε ύψος σχεδόν 1% επί των ποσών των δανείων των λοιπών εναγόντων, την οποία η εναγομένη ονομάζει «έξοδα χρηματοδότησης» και «έξοδα φακέλου» άλλως «διαχειριστικά έξοδα» ποσών 1.140 Ευρώ, 589,44 Ευρώ, 671,05 Ευρώ και 244,84 Ευρώ αντίστοιχα.

Η πιο πάνω επιβάρυνση συνιστά προμήθεια της εναγομένης για τη χορήγηση των στεγαστικών δανείων, αφού φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της προμήθειας. Δηλαδή έχει προκαθοριστεί το ύψος της, προκαταβάλλεται εφάπαξ από τους δανειολήπτες κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων και μάλιστα πριν από την χορήγηση σ’ αυτούς του ποσού του δανείου και είναι ανεξάρτητη από το επιτόκιο και τα άλλα έξοδα που επιβάλλονται στους τελευταίους για τη χορήγηση του δανείου. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και την απόφαση ΕΝΠΘ/ΤΕ 524/ 1993, απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, η εν λόγω επιβάρυνση είναι παράνομη, αφού αντίκειται στη διάταξη αυτή και οι σχετικές συμφωνίες είναι άκυρες κατά το άρθρο 178 του ΑΚ.

Επιπρόσθετα, η πρόβλεψη για την επιβάρυνση αυτή, η οποία δεν περιλαμβάνεται στους έντυπους όρους συναλλαγών αλλά ανακοινώνεται στους δανειοδοτούμενους προφορικά συνιστά γενικό όρο συναλλαγών, καθώς η σχετική πρόβλεψη έχει γίνει εκ των προτέρων, δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ισχύει για απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών που συνάπτουν συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Ελέγχεται έτσι, για την εγκυρότητά της με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Και με βάση αυτές τις διατάξεις ο πιο πάνω όρος είναι καταχρηστικός γιατί παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Δεδομένου ότι προκαλείται σύγχυση στον τελευταίο για το τι καλύπτει ο τόκος και τι η προμήθεια και δημιουργείται έτσι αδιαφάνεια, μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων Τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού, σε βάρος των καταναλωτών. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η παραπάνω εφάπαξ επιβαλλόμενη στους ενάγοντες επιβάρυνση δεν συνίσταται σε προμήθεια για την χορήγηση των δανείων αλλά σε διαχειριστικά έξοδα αυτών πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμος.

Έτσι με την παράνομη και υπαίτια είσπραξη από τους πρώτους ενάγοντες του ποσού των 1.140 Ευρώ, από τους δεύτερους του ποσού των 589,44 Ευρώ, από τους τρίτους του ποσού των 671,05 Ευρώ και από τους τέταρτους του ποσού των 244,84 Ευρώ, κατά την χορήγηση των παραπάνω αναφερομένων ποσών των δανείων, η εναγομένη τους ζημίωσε κατά τα ποσά αυτά αντίστοιχα. Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

 

II.

Είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο γενικός όρος συναλλαγών σε σύμβαση στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, ο οποίος προβλέπει καταβολή αποζημίωσης στην τράπεζα ποσού ίσου με τον τόκο ενός εξαμήνου για την περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου.

 

ΕιρΑθ 2676/2004

(Δικαστής: Θ. Γεωργούλας)

Για τον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ) στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών και κυρίως της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «Προστασία των καταναλωτών» που ενσωμάτωσαν την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ της 5.4.1993 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 24β του ν. 2741/1999 «γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται».

Κατά δε την παρ. 7 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως και αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 24 γ του ν. 2741/1999, σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών που μεταξύ άλλων: α) ... β) ... ι α) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή ...

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, που αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Ας σημειωθεί ότι μετά την αντικατάσταση της παρ. 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 με το άρθρο 10 παρ. 24β του ν. 2741/1999, αρκεί να επέρχεται απλή και όχι «υπέρμετρη» διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων από τη ρύθμιση του γενικού όρου (ΕφΑθ 6291/2000 ΔΕΕ 11(2000) 1122).

Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτιολογία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Περαιτέρω όσον αφορά την ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ, που θεωρούνται, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, άνευ ετέρου καταχρηστικοί, ήτοι χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας και άρα απαγορευτέοι και άκυροι θα πρέπει να λεχθεί ότι οι όροι αυτοί αποτελούν ενδεικτικές (μεμονωμένες) νομοθετικές εξειδικεύσεις της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2, πρακτικά χρησιμότατες, διότι υπηρετούν αφενός τη νομική σαφήνεια στο βαθμό που παρέχουν ένα ασφαλέστερο προσανατολισμό και αφετέρου τη νομική ασφάλεια στο βαθμό που τα αποτελέσματα του άμεσου ελέγχου ενός ΓΟΣ γίνονται έτσι διαγνωστά και προβλέψιμα.

Εντέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει 31 περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται αυτοδικαίως καταχρηστικοί χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη στάθμιση. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή η καταχρηστικότητα θα κριθεί με βάση τα κριτήρια της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, χωρίς να αποκλείεται ο αναγκαίος συσχετισμός των ειδικών ρυθμίσεων που περιέχονται στην παρ. 7 με το θεμελιώδες γενικό αξιολογικό κριτήριο της καταχρηστικότητας που είναι η «διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή», και αποτελεί τον κατά την παρ. 6 βασικό άξονα της όλης ρύθμισης για την ακυρότητα των καταχρηστικών όρων, εφόσον απαιτείται για την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών και αορίστων αξιολογικών κριτηρίων που εμπεριέχονται στο νομοθετικό κείμενο επιμέρους περιπτώσεων του ενδεικτικού καταλόγου καταχρηστικών όρων της παρ. 7. Επομένως, αφού διαπιστωθεί η καταχρηστικότητα του συγκεκριμένου ΓΟΣ, έννομη συνέπεια της καταχρηστικότητας είναι η ακυρότητα.

Τέλος οι ΓΟΣ, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο ορθό και σαφή. Ειδικότερα δε στις καταναλωτικές συμβάσεις ο ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο ν. 2251/1994 (άρθρο 2 παρ. 7 εδ. ια΄) δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΑΠ 296/2001 ΕλΔ 42, 1321, ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 11, 1125, ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 11, 1128).

Στην κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι κατόπιν συμβάσεως τοκοχρεολυτικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, η τελευταία τους χορήγησε ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο ποσού 22.800.000 γεν Ιαπωνίας (JPY) ισοτίμου προς 54.150.000 δραχμών με κυμαινόμενο επιτόκιο και τους επί μέρους όρους που αναφέρονται σ’ αυτή, με σκοπό τη συμπλήρωση του τιμήματος αγοράς ενός διαμερίσματος το οποίο περιήλθε στους ενάγοντες δυνάμει του με αριθμό 66143/16.2.1998 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ΤΠ. Ότι όλοι οι όροι της δανειακής σύμβασης ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγομένη, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συνιστούν τους γενικούς όρους με βάση τους οποίους η εναγομένη χορηγούσε δάνειο προς τους ενδιαφερομένους να συμβληθούν μαζί της για το συγκεκριμένο είδος δανείου, μεταξύ δε των οποίων (όρων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων) ήταν και εκείνος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 της δανειακής σύμβαση κατά τον οποίο: Ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει πρόωρα ολοσχερώς το δάνειο ... Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο οφειλέτης να καταβάλει στη δανείστρια για αποζημίωσή της στο δια του παρόντος συνομολογούμενο νόμισμα και ποσό ίσο με τον τόκο ενός εξαμήνου του προκαταβαλλομένου κεφαλαίου, διαφορετικά η δανείστρια δικαιούται να αποκρούσει την προσφορά. Ότι οι ενάγοντες περιήλθαν σε αδυναμία όπως ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από το δάνειο, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε η εναγομένη και συγχρόνως γνωστοποίησαν προς αυτήν την πρόθεση τους να πωλήσουν το αγορασθέν διαμέρισμα και να προεξοφλήσουν, με το τίμημα που θα καταβάλει ο νέος αγοραστής για την αγορά του, πλήρως το δάνειο, καθώς μάλιστα προϋπόθεση για την μεταβίβαση ήταν να γίνει η άρση της προσημείωσης υποθήκης η οποία ενεγράφη για την εξασφάλιση του δανείου από την εναγομένη. Ότι η τελευταία προκειμένου να συναινέσει στην μεταβίβαση του ακινήτου αξίωσε και έλαβε από τους ενάγοντες, εκτός των ποσών που εδικαιούτο μέχρι τότε, δηλαδή τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο άληκτο κεφάλαιο, τους τόκους μέχρι εκείνου του χρονικού σημείου, και το ποσό των 379.565 γιεν ή το αντίστοιχο σε δραχμές κατά την ισοτιμία αυτού από 1.193.778 δραχμές και κατά το ισχύον πλέον νόμισμα των 3.503,38 Ευρώ. Ότι ο παραπάνω προδιατυπωμένος όρος, ο οποίος ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση δανείου, περί καταβολής αποζημίωσης υπέρ της εναγομένης σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου είναι άκυρος και καταχρηστικός κατά το νόμο 2251/1994 και κατά συνέπεια η εναγομένη αξίωσε και έλαβε από τους ενάγοντες το αμέσως παραπάνω ποσό αχρεωστήτως και χωρίς να υφίσταται προς τούτο νόμιμη αιτία, αφού η εναγομένη, ούτε επικαλείται αλλά και ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη ζημίας και σε τι συνίσταται αυτή, καθώς επίσης πώς προκύπτει το ύψος της. Ζητούν δε οι ενάγοντες, όπως το δικόγραφο της αγωγής εκτιμάται κατά τον προσήκοντα τρόπο από το δικαστήριο, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει κατ’ ισομοιρία το ποσό των 3.016,26 Ευρώ, όπως η αγωγή περιορίστηκε ως προς το τελικό αιτούμενο ποσό, λόγω καταβολής ποσού 487,12 Ευρώ από μέρους της εναγομένης, κατά τη δήλωση του πληρεξουσίου των εναγόντων που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και για το οποίο ποσό (των 487,12 Ευρώ) θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή (άρθρα 294,295 και 297 ΚΠολΔ), με τους νόμιμους τόκους από 18.4.2003 ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε η από 3.4.2003 ομοία αγωγή των εναγόντων κατά της εναγομένης, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με δήλωσή της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά τη συζήτησή της στις 9.2.2004. Ζητούν επίσης να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού άρθρα 14 παρ 1 εδ α΄ και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) για να συζητηθεί κατά την παρούσα τακτική διαδικασία, είναι δε και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, 174, 904 επ, 340, 345, 346 του ΑΚ, 907, 908 του ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον για το αντικείμενο (ποσό) της αγωγής έχει καταβληθεί και το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις που αντιστοιχούν σ’ αυτό υπέρ τρίτων (βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμούς 140506 και 083281 αγωγόσημα με τα κολλημένα πάνω σ’ αυτά κινητά ένσημα υπέρ ΤΠΔΑ και ΤΝ), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που νόμιμα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού, καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 10.4.1998 σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης Τραπεζικής Εταιρίας και των εναγόντων, η πρώτη χορήγησε στους δεύτερους (ενάγοντες) δάνειο τοκοχρεολυτικό ενυπόθηκο ποσού 22.800.000 γεν Ιαπωνίας (JPY) ισοτίμου προς 54.150.000 δραχμές με κυμαινόμενο επιτόκιο με σκοπό τη συμπλήρωση του τιμήματος αγοράς ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο της οικοδομής στη συμβολή των οδών Τ και Η αριθμός 12 και το οποίο είχε περιέλθει στους ενάγοντες με το με αριθμό 66143/16.2.1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ΤΠ, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στην παραπάνω από 10.4.1998 δανειακή σύμβαση. Μεταξύ των όρων που περιλαμβάνονται στην σύμβαση – οι οποίοι ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγομένη στο σύνολό τους, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και συνιστούσαν ουσιαστικά τους γενικούς όρους με βάση τους οποίους η εναγομένη χορηγούσε το δάνειο προς τους ενδιαφερόμενους να συμβληθούν μαζί της για το συγκεκριμένο είδος δανείου (στεγαστικό) ήταν και οι έκτος και ενδέκατος όρος σύμφωνα με τους οποίους: Ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει πρόωρα ολοσχερώς το δάνειο ... Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο οφειλέτης να καταβάλει στη δανείστρια για αποζημίωση της στο δια του παρόντος συνομολογούμενο νόμισμα και ποσό ίσο με τον τόκο ενός εξαμήνου του προκαταβαλλομένου κεφαλαίου, διαφορετικά η δανείστρια δικαιούται να αποκρούσει την προσφορά... Σε ασφάλεια της δανείστριας για τις κατά του οφειλέτη απαιτήσεις της που προέρχονται από το προκείμενο δάνειο ... Ο ... αναλαμβάνει την υποχρέωση να συναινέσει στην εγγραφή υπέρ της δανείστριας Τράπεζας προσημείωσης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών για το ποσό των 29.640.000 JPY... Περαιτέρω από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το Σεπτέμβριο του 2001 οι ενάγοντες περιήλθαν σε οικονομική αδυναμία να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από τη δανειακή σύμβαση προς την εναγομένη, γεγονός για το οποίο ενημέρωσαν την τελευταία, γνωστοποιώντας της συγχρόνως την πρόθεση τους όπως προβούν στην πώληση του διαμερίσματος, με κύριο στόχο και σκοπό να προεξοφλήσουν ολοσχερώς το δάνειο με το τίμημα που θα τους κατέβαλε ο νέος αγοραστής, το οποίο ας σημειωθεί θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το οφειλόμενο ποσό του δανείου προς την εναγομένη, η συγκατάθεση της οποίας (για την πώληση του διαμερίσματος) ήταν απολύτως απαραίτητη λόγω εγγραφής, όπως προαναφέρθηκε, υπέρ αυτής προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου.

Η εναγομένη προκειμένου να συναινέσει τόσο στη μεταβίβαση του ακινήτου από τους ενάγοντες προς το νέο αγοραστή, όσο και στην πρόωρη εξόφληση του δανείου, αξίωσε και έλαβε από τους ενάγοντες εκτός των άλλων (ληξιπρόθεσμες οφειλές, τόκους αυτών, άληκτο κεφάλαιο) και το ποσό των 379.565 γιεν Ιαπωνίας ή το αντίστοιχο σε δραχμές ποσό από 1.193.778 με βάση την ισοτιμία κατά το χρόνο της καταβολής και κατά το ισχύον πλέον νόμισμα των 3.503,00 Ευρώ, ως ποινή (PENALTY) λόγω πρόωρης εξόφλησης του δανείου, γεγονός το οποίο συνομολογείται και από την ίδια (εναγομένη), η οποία ισχυρίζεται ότι η είσπραξη από μέρους της του αμέσως παραπάνω ποσού σε βάρος των εναγόντων στηρίζεται σε συμβατικό όρο που περιλαμβανότανε στη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβασης δανείου και ειδικότερα στο με αριθμό 6ο άρθρο αυτής κατά το οποίο o οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει πρόωρα ολοσχερώς το δάνειο ... εφόσον δεν υπάρχει καθυστέρηση εξυπηρετήσεως του δανείου ... Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο οφειλέτης να καταβάλει στην δανείστρια για αποζημίωση της στο δια του παρόντος συνομολογούμενο νόμισμα και ποσό ίσο με τον τόκο ενός εξαμήνου του προκαταβαλλομένου κεφαλαίου, διαφορετικά η δανείστρια δικαιούται να αποκρούσει την προσφορά ...

Από τη διατύπωση του όρου όμως αυτού σαφώς συνάγεται ότι ο εν λόγω όρος εμφανίζει αοριστία, εφόσον επιτρέπει στην προμηθεύτρια τράπεζα να εισπράττει αποζημίωση, στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης του δανείου, χωρίς ωστόσο να γίνεται επίκληση της ύπαρξης ζημίας από την πρόωρη αποπληρωμή. Ειδικότερα με τον 6ο όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης γίνεται επίκληση αποζημίωσης την οποία δικαιούται να εισπράττει η εναγομένη προμηθεύτρια τράπεζα σε περίπτωση πρόωρης ολοσχερούς εξόφλησης του δανείου το οποίο ισούται με τον τόκο ενός εξαμήνου του προκαταβαλλομένου κεφαλαίου, χωρίς συγχρόνως να γίνεται επίκληση της ζημιάς η οποία προκαλείται στην εναγομένη από την εν λόγω προεξόφληση. Με τον παραπάνω όρο δεν εξειδικεύεται ποιο είναι, σε τι επακριβώς συνίσταται και πως προκύπτει το ποσό που ορίζεται ως αποζημίωση σε βάρος του καταναλωτή. Έτσι όμως με την προαναφερόμενη αοριστία που εμφανίζει ο παραπάνω όρος, καθίσταται το τίμημα του δανείου χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστο μια και δεν επιτρέπεται ο προσδιορισμός του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τους ενάγοντες. Οι τελευταίοι (ενάγοντες) με την παραπάνω διατύπωση που έχει το άρθρο 6 της σύμβασης δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση κατά τη στιγμή της συμφωνίας με την εναγομένη να προβλέψουν το ακριβές ύψος αυτής της παροχής - επιβάρυνσης και αυτό κυμαίνεται ανάλογα με το άγνωστο κατά τη συμφωνία επιστραφέν κεφάλαιο, αφού πρόκειται για τίμημα αόριστο το οποίο θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθεί αργότερα κατά την πρόωρη εξόφληση με υπολογισμό των συγκεκριμένων συντελεστών, πού όμως κατά τη σύναψη του δανείου ήταν άγνωστοι και απρόβλεπτοι, δηλαδή το κόστος με το οποίο καλούνται να επιβαρυνθούν οι ενάγοντες παραμένει χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστο ενόψει του ότι το κριτήριο του καθορισμού του δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση, όπως προεκτέθηκε, κατά τρόπο εύλογο για τους ενάγοντες.

Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να τονιστεί ότι με την πρόωρη εξόφληση του δανείου η εναγομένη (τράπεζα) δύναται ευχερώς να επαναχορηγήσει το προώρως επιστραφέν ποσό στην αγορά με οποιαδήποτε μορφή πίστης, δηλαδή καταναλωτική, στεγαστική πίστη ή όποια κρίνει εκείνη περισσότερο συμφέρουσα, επίσης με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως ήταν και το επιτόκιο του ενδίκου δανείου (βλ. σχετικά ως προς την πρόωρη εξόφληση του δανείου ΠΠρΑθ 1119/2002 ΔΕΕ 2003, 422 με σύμφωνο σχόλιο Μάνου Ασίκη κάτω από αυτή σελ. 447, ΕφΑθ 5253/2003 αδημ, η οποία εκδόθηκε κατ’ έφεση εναντίον της αμέσως παραπάνω αποφάσεως, Ιάκωβος Βενιέρης πρόωρη εξόφληση δανείου, πρβλ. και Δέλλιος Γεώργιος: Τομές της σύγχρονης αρεοπαγιτικής νομολογίας στα ζητήματα του συλλογικού ελέγχου των γενικών όρων καταναλωτικών συμβάσεων ΕλλΔ 42, 1495 επ.).

Ύστερα από όλα αυτά ο έκτος (6ο) όρος της δανειακής σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός και επομένως ανίσχυρος, αφού σαφώς προσκρούει στη διάταξη του εδαφίου ια΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 και κατά συνέπεια η από μέρους της εναγομένης είσπραξη του αιτουμένου από μέρους των εναγόντων ποσού, όπως περιορίστηκε, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ακύρως και χωρίς νόμιμη αιτία εχώρησε με αποτέλεσμα να υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης όπως επιστρέψει αυτό στους ενάγοντες. Ο ισχυρισμός της εναγομένης τράπεζας ότι το ποσό που εισέπραξε από τους εναγομένους λόγω της πρόωρης αποπληρωμής του δανείου δεν συνιστά αποζημίωση αλλά αντάλλαγμα άλλης παροχής της τράπεζας το οποίο αποτελεί τμήμα της όλης οικονομίας της δανειακής σύμβασης είναι παντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι από τη γραμματική διατύπωση του έκτου (6ου) όρου της σύμβασης συνάγεται με σαφήνεια ότι το ποσό αυτό αφορά αποζημίωση (... «Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο οφειλέτης να καταβάλει στη δανείστρια για αποζημίωση της ...»). Ισχυρίζεται επίσης η εναγομένη ότι ο παραπάνω όρος είναι σύμφωνος με την οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993. «Σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές» στην παρ. 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστεως δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών τα απορρέοντα από την σύμβαση». Η παραπάνω Οδηγία όμως καθορίζει τα ελάχιστα όρια προστασίας των καταναλωτών, όπως προκύπτει από το άρθρο 8 αυτής κατά το οποίο «τα κράτη - μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή». Έτσι κάνοντας χρήση της ευχέρειας αυτής ο εθνικός νομοθέτης παρέσχε μεγαλύτερη και ευρύτερη προστασία χαρακτηρίζοντας με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ. ια΄ του ν. 2251/1994 σε κάθε περίπτωση καταχρηστικό κάθε όρο πού «χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά και καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή». Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της.

 

Σημείωση

Οι δημοσιευόμενες αποφάσεις 726/2004 της 23ης Μαρτίου 2004 και 2676/ 2004 της 30ής Οκτωβρίου 2004 του Ειρηνοδικείου Αθηνών επί ατομικών αγωγών έρχονται, σε συνέχεια της απόφασης 5253/2003 της 20ης Ιουνίου 2003 του Εφετείου Αθηνών να διαγνώσουν δυνάμει διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» καταχρηστικότητα γενικών όρων τραπεζικών συναλλαγών.

Η πρώτη από αυτές αφορά την εφάπαξ επιβάρυνση 1% επί του ποσού στεγαστικού δανείου ως «έξοδα φακέλου» ή «έξοδα χρηματοδότησης» ή «διαχειριστικά έξοδα», η οποία στην περίπτωση κυμαινόμενου επιτοκίου, κρίθηκε ότι αντιβαίνει και τα οριζόμενα από τις ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και ΕΝΠΘ/ΤΕ 524/1993.

H δεύτερη απόφαση αφορά την καταβολή αποζημίωσης στην τράπεζα ποσού ίσου με τον τόκο ενός εξαμήνου του προκαταβαλλόμενου ποσού στην περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Η μεν πρώτη απόφαση υποχρεώνει την εναγόμενη τράπεζα – που ταυτίζεται με αυτή της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης – ενώ η δεύτερη υποχρεώνει την εναγόμενη – διαφορετική – τράπεζα να επιστρέψουν τα ποσά που εισέπραξαν σε εφαρμογή των σχετικών συμβατικών όρων.

Η προαναφερθείσα απόφαση ΕφΑθ 5253/2003 (ΕΕμπΔ 2003, 643, ΑρχΝ 2004, 201 με σημ. Νικολαΐδη, ΔΕΕ 2004, 797), σε βάρος της οποίας έχει ασκηθεί και εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, επικύρωσε την ΠΠρΑθ 1119/2002 (ΔΕΕ 2003, 422 με σημ. Ασίκη και Περάκη, ΕΤρΑξΧρΔ 2003, 904 και ΝοΒ 2004, 604) επί συλλογικής αγωγής από ένωση καταναλωτών κατά τράπεζας.

Για περισσότερα σχετικά με το ζήτημα καταχρηστικότητας που άπτεται της εφάπαξ επιβάρυνσης πέραν της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους» (ΦΕΚ Α΄ 277/18.11.2002), βλ. Ασίκη, σημ. επί της ΠΠρΑθ 1119/2001, ΔΕΕ 2003, σ. 440 επ. και Πιτσιρίκο, Γενικοί όροι τραπεζικών συμβάσεων περί εξόδων προεξόφλησης, εξόδων χρηματοδότησης και εισφοράς του ν. 128/1975, ΔΕΕ 2004, σ. 636 επ.

Για περισσότερα σχετικά με το ζήτημα καταχρηστικότητας που άπτεται της αποζημίωσης για την πρόωρη εξόφληση βλ. Ασίκη, σημ. επί της ΠΠρΑθ 1119/2001, ΔΕΕ 2003, σ. 447, Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 2003, σ. 71 επ., τον ίδιο, Ο έλεγχος ΓΟΣ στεγαστικού δανείου που προβλέπει το δικαίωμα και τις συνέπειες εξόφλησης πριν τη συμφωνημένη λήξη του δανείου (Σκέψεις με αφορμή την ΠΠρΑθ 1119/2002 όπως επικυρώθηκε και με τη ΕφΑθ 5253/2003), ΧρΙδ 2004, σ. 470 επ., Κουμάνη, Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών στεγαστικού δανείου (Η επιβολή του κόστους προεξόφλησης στεγαστικού δανείου και της εισφοράς του ν. 128/ 1975 στον καταναλωτή με Γ.Ο.Σ.), ΧρΙδ 2004, σ. 286 επ., και Πιτσιρίκο, ο.π., σ. 633 επ.

Γ. Παπαϊωάννου