Digesta 2009

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α΄ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Για να ανοίξετε τη στήλη σε μορφή pdf πατήστε εδώ

ΙΙΙ. Αντίθετα

Δεν είναι νομικά βάσιμο το αίτημα του ενυπόθηκου (ή προσημειούχου) δανειστή να υποχρεωθεί να παρακρατήσει ο συμβολαιογράφος από το πλειστηρίασμα διανεμητέου ακινήτου και να του καταβάλει ποσό ίσο με την ασφαλιζόμενη απαίτησή του. Ούτε όμως είναι ορθή η άποψη κατά την οποία οι ενυπόθηκοι (ή προσημειούχοι) δανειστές μπορούν προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς τους να κατάσχουν στα χέρια του συμβολαιογράφου, ως τρίτου, το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί στον οφειλέτη τους, αλλά αυτοί πρέπει να αναγγελθούν για να γίνει προνομιακή κατάταξή τους στον πίνακα που (ειδικά στην περίπτωση της δικαστικής διανομής) συντάσσεται, παρόλο που ο πλειστηριασμός είναι εκούσιος και όχι αναγκαστικός.

 

ΠολΠρωτΑθ 7220/2003

(Σύνθεση: Ε. Μετζιδάκη, Κ. Πρίγγουρη, Γ. Ζώης - Εισηγητής)

 

Εισάγονται προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 3.3.2003 αγωγή διανομής ακινήτων, η από 3.3.2003 προσεπίκληση της ... Τράπεζας και η από 20.5.2003 κυρία παρέμβαση της προσεπικαλουμένης, που στρέφεται καθ’ όλων των διαδίκων της άνω αγωγής, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρα 31 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) ...

Στην κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι μαζί με την εναγομένη είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στις περιγραφόμενες με λεπτομέρεια κατά θέση, έκταση και όρια σ’ αυτή οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκη) αξίας 205.000 ευρώ, οι οποίες περιήλθαν στους διαδίκους δυνάμει των τίτλων, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και μεταγράφηκαν νόμιμα. Με βάση το ιστορικό αυτό και τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι η εναγομένη δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή των επικοίνων, των οποίων η αυτούσια διανομή είναι αδύνατη και ασύμφορη, ζητεί να διαταχθεί η δικαστική λύση της κοινωνίας με την πώληση των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών σε δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε καθένας από τους κοινωνούς - συγκυρίους να λάβει από το εκπλειστηρίσμα ποσό ανάλογα με το ιδανικό του μερίδιο και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας...

Κατά το άρθρο 1021 του ΚΠολΔ όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 960, 961, 965, 966, 967, 969 παρ. 1, 1001 παρ. 1, 1002, 1003 παρ. 1 και 2, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 και 1010 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδικότερη από την προαναφερθείσα του άρθρου 1021 ΚΠολΔ περί εκουσίου πλειστηριασμού (βλ. ΕφΑθ 14659/1988 ΝοΒ 38, 463, ΕφΑθ 5510/1982 Δ 13, 869), η διαδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν η κατά τα άρθρα 480 και 480 Α διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 και διεξάγεται, όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επομ. Οι προθεσμίες του άρθρου 960 παρ. 1 και 2 αρχίζουν από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής. Στο πρόγραμμα αναφέρονται το όνομα και το επώνυμο, το επάγγελμα και η κατοικία όλων των κοινωνών. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου, που υπάρχει στα πράγματα, τα οποία πλειστηριάστηκαν. Οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1021 του ΚΠολΔ αναφέρονται στον εκούσιο πλειστηριασμό, ο οποίος λαμβάνει χώρα με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση και αποτελεί στην ουσία πώληση του ιδιωτικού δικαίου, που περιβάλλεται με τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού για περισσότερες εγγυήσεις και προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερο τίμημα (βλ. ΕφΑθ 9769/1991 Αρμ. 1992, 169. Ι. Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεση, έκδοση Β΄, άρθρο 1021, παρ. 670 και 670 β σελ. 2233). Ο εκούσιος πλειστηριασμός, ως έννομη σχέση, είναι ισοδύναμη με την πώληση, ως διαδικασία δε εκτυλίσσεται μέσα στα πλαίσια του δικονομικού και γενικότερα του δημοσίου δικαίου, οι κατ’ ιδίαν όμως πράξεις της διαδικασίας του φέρουν το χαρακτήρα των διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες ρυθμίζονται, ως προς τον τύπο και τις συνέπειες, από το αστικό δικονομικό δίκαιο (βλ. Ι. Μπρίνια, ο.π. σελ. 2234). Το άρθρο 1021 του ΚΠολΔ απαριθμεί ορισμένες από τις διατάξεις του κώδικα αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται «αναλόγως» στον εκούσιο πλειστηριασμό. Οι απαριθμούμενες διατάξεις αφορούν την κατάρτιση της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρα 960, 999 ΚΠολΔ), την κήρυξη με κήρυκα προκειμένου περί πλειστηριασμού ακινήτων (άρθρο 1001 παρ. 1 ΚΠολΔ), την πλειοδοσία, την κατακύρωση, την καταβολή του εκπλειστηριάσματος και τον αναπλειστηριασμό κινητών ή ακινήτων (άρθρα 965, 966, 969 παρ. 1, 1002, 1003 παρ. 1 και 2, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), τον πλειστηριασμό χρηματιστηριακών πραγμάτων, νομισμάτων κλπ (άρθρο 967 ΚΠολΔ), καθώς και την εγγραφή της ανακοπής ακύρωσης πλειστηριασμού ακινήτων στα βιβλία διεκδικήσεων (άρθρο 1010 ΚΠολΔ). Όλες οι προαναφερθείσες διατάξεις, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1021 του ΚΠολΔ, εφαρμόζονται και στις τρεις περιπτώσεις, κατά τις οποίες γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός, «αναλόγως». Δηλαδή, εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να επέρχεται το έννομο αποτέλεσμα, το οποίο καθιερώνουν, με κατάλληλη προσαρμογή των όρων και προϋποθέσεων, τις οποίες ορίζουν για την εφαρμογή τους, προς τα πραγματικά δεδομένα καθεμιάς από τις τρεις περιπτώσεις, κατά τις οποίες γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός κατά το άρθρο 1021 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 14659/1988 ο.π.). Η διαδικασία του κατ’ άρθρο 1021 ΚΠολΔ πλειστηριασμού, επομένως και του πλειστηριασμού, που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω ανέφικτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, ρυθμίζεται πρωτίστως από το άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠολΔ και περαιτέρω από τις διατάξεις περί αναγκαστικού πλειστηριασμού του ΚΠολΔ, όπου παραπέμπει το άρθρο 1021 ΚΠολΔ ή απαιτείται προς συμπλήρωση των εμφανιζομένων κενών. Πράγματι, το άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠολΔ διαλαμβάνει ότι «η διαδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων, οι δε προθεσμίες του άρθρου 959 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ αρχίζουν από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής». Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 484 ΚΠολΔ ρυθμίζεται μόνο το θέμα της έναρξης των προθεσμιών προς σύνταξη και κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης. Αμφισβήτηση υπάρχει ως προς το αν επί πλειστηριασμού, που γίνεται σε περίπτωση δικαστικής διανομής κοινού ακινήτου εφαρμόζονται ή όχι όλες οι διατάξεις των άρθρων 959 επομ. ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στην καταβολή του πλειστηριάσματος και στην αναγγελία των δανειστών. Κατά μία γνώμη, στον πλειστηριασμό που διενεργείται σε περίπτωση δικαστικής διανομής δεν εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά μόνο εκείνες που συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό, που επιδιώκεται με τον πλειστηριασμό αυτό, ο οποίος συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στην πώληση του διανεμητέου πράγματος. Κατά συνέπεια, στον πλειστηριασμό αυτό δεν υπάρχει στάδιο αναγγελίας των δανειστών και κατάταξής τους και δεν συντάσσεται σχετικός πίνακας (βλ. ΕφΘεσ 128/1993 ΕλΔ 35, 653, ΕφΑθ 1738/1977 ΝοΒ 25, 557). Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι δανειστές των κοινωνών δεν έχουν τη δυνατότητα να αναγγελθούν στη διανομή του πλειστηριάσματος, μπορούν όμως να κατάσχουν το μέρος εκείνο, που αναλογεί στον οφειλέτη τους κοινωνό, στα χέρια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως τρίτου, ο οποίος, χωρίς να συνταχθεί πίνακας κατάταξης, διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της διενέργειας του πλειστηριασμού (βλ. ΕφΘεσ 128/1993 ό.π., Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμ ΚΠολΔ, άρθρο 484). Κατά δεύτερη άποψη, την οποία και το δικαστήριο τούτο δέχεται ως ορθότερη και ως εξυπηρετούσα τη γρήγορη εκκαθάριση όλων των αμφισβητήσεων, που δημιουργούνται κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, στον πλειστηριασμό που γίνεται σε περίπτωση δικαστικής διανομής ακινήτου, εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις των άρθρων 959 επομ. ΚΠολΔ, δηλαδή όχι μόνο εκείνες που αναφέρονται μέχρι την κατακύρωση, με την οποία ολοκληρώνεται ο πλειστηριασμός, αλλά και οι επόμενες, που αναφέρονται στην καταβολή του πλειστηριάσματος και τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, γιατί και οι τελευταίες αυτές διατάξεις συνδέονται αναπόσπαστα με τον πλειστηριασμό και αποτελούν μέρος της διαδικασίας του και, συνεπώς, περιλαμβάνονται στην παραπομπή, που αναφέρει το άρθρο 484 παρ. 2 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 9769/1991 ό.π. ΕφΑθ 14659/1988 ό.π. ΕφΑθ 9100/1979 ΝοΒ 28, 817. ΕφΑθ 493/1975 ΝοΒ 23, 659). Έτσι με την αναγγελία στον πλειστηριασμό και την κατάταξη θα ικανοποιηθεί η απαίτηση των δανειστών που έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου στο επίκοινο και των οποίων η υποθήκη ή το ενέχυρο αποσβέστηκαν με την καταβολή του πλειστηριάσματος, μετατρεπόμενα σε απαίτηση κατά προτίμηση ικανοποιήσεως από το πλειστηρίασμα, σαν να είχε ασκηθεί η από την υποθήκη ή το ενέχυρο εμπράγματη αξίωση με αναγκαστική εκποίηση του πράγματος. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από το γεγονός ότι από καμμιά διάταξη των άρθρων 478 επομ. του ΚΠολΔ περί διανομής δεν παρέχεται στο δικαστήριο που δικάζει τη δίκη περί διανομής και διατάσσει την με πλειστηριασμό πώληση του κοινού, να διατάσσει, πέραν των όσων ορίζονται στα άρθρα 479 και 484 του ΚΠολΔ, συγχρόνως, ύστερα από αίτηση του υποχρεωτικώς προσεπικληθέντα και παρεμβάντα ενυπόθηκου δανειστή ή και αυτεπάγγελτα, την καταβολή σ’ αυτόν από το πλειστηρίασμα του οφειλομένου προς εξόφληση της ενυπόθηκης απαίτησής του ή την κατάταξή του σ’ αυτό προνομιακά. Μόνο όταν διατάσσεται αυτούσια διανομή ορίζεται στο άρθρο 492 παρ. 3 του ΚΠολΔ ότι αν η απόφαση που διατάζει τη διανομή για να εξισωθούν τα μέρη υποχρεώνει κάποιον από τους κοινωνούς να καταβάλει χρηματικό ποσό στον κοινωνό, που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, το δικαστήριο με αίτηση του δανειστή διατάζει να καταβληθεί σ’ αυτόν το χρηματικό ποσό για να εξοφληθεί ολικά ή κατά ένα μέρος η απαίτησή του και αν η απαίτηση, που ασφαλίζεται, δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Η θεσπιζόμενη με το άρθρο 491 παρ. 1 ΚΠολΔ υποχρεωτική προσεπίκληση στη δίκη διανομής, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσων έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς, σκοπό έχει να ενημερωθούν οι παραπάνω δανειστές και με παρέμβασή τους στη δίκη να διασφαλίσουν τα επηρεαζόμενα από τη διανομή νόμιμα συμφέροντά τους και να ασκήσουν τα κατά το άρθρο 492 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ δικαιώματά τους (δηλαδή να ζητήσουν τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου σε άλλα αντικείμενα, τα οποία με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη τους ή την καταβολή σ’ αυτούς του χρηματικού ποσού, το οποίο, προς εξίσωση των μερίδων, υποχρεώθηκε κάποιος κοινωνός να καταβάλει στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο), σε περίπτωση δε κατά την οποία διατάχθηκε η διά πλειστηριασμού πώληση του κοινού να αναγγελθούν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από το πλειστηρίασμα, με την καταβολή του οποίου αποσβέστηκε το εμπράγματο δικαίωμά τους (βλ. ΕφΑθ 9769/1991 ό.π., ΕφΑθ 14659/1988 ό.π.). Από αυτά συνάγεται ότι η προσεπίκληση των παραπάνω δανειστών, κατά το άρθρο 491 παρ. 1 ΚΠολΔ, σκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος αυτών και όχι στην προστασία των συναλλαγών επί ακινήτων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εμπραγμάτων αγωγών, περιλαμβανομένων και των αναγνωριστικών ή ανακοπών, μικτών ή περί νομής, που αφορούν ακίνητα, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, με ποινή απαραδέκτου, δυναμένων έτσι των τρίτων, οι οποίοι ενδιαφέρονται για το διανεμητέο ακίνητο, να πληροφορηθούν τα βάρη του από τα οικεία βιβλία (μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων), στα οποία αυτά είναι εγγεγραμμένα. Συνεπώς, η κατά το άρθρο 491 παρ. 1 ΚΠολΔ προσεπίκληση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή δανειστών στη δίκη περί διανομής ακινήτου δεν απαιτείται να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων (βλ. ΑΠ 1622/2001 ΕλΔ 43, 401). Περαιτέρω, ενόψει του ότι με την απόφαση, που εκδίδεται επί προσεπικλήσεως και παρεμβάσεως στη δίκη για τη διανομή ακινήτου, δεν δημιουργούνται, ούτε αναγνωρίζονται δικαιώματα υπέρ του προσεπικαλουμένου και κυρίως παρεμβαίνοντα, η ύπαρξη των οποίων εξετάζεται παρεμπιπτόντως, η απόφαση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της υποθήκης ή του ενεχύρου ή της κατάσχεσης επί μόνου του μέρους, που έλαβε ο οφειλέτης του, δεν απαιτείται η εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων ούτε της κυρίας παρέμβασης του υποχρεωτικά προσεπικληθέντα δανειστή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 του ΕισΝ ΚΠολΔ, οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τη διάταξη του άρθρου 491 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά και οι έχοντες δικαίωμα προσημειώσεως υποθήκης στο διανεμητέο ακίνητο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, με την από 3.3.2003 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, προσεπικαλεί την ... Τράπεζα, ως έχουσα δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης, ποσού 23.000.000 δραχμών, επί του διανεμητέου διαμερίσματος. Η προσεπίκληση ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 86, 89, 491 παρ. 1, 492 του ΚΠολΔ και 41 του ΕισΝ ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, μη απαιτουμένης της εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ, αν και, ως εκ του περισσού, χώρησε τέτοια εγγραφή (βλ. το 1502/18.3.2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Χαλανδρίου Αττικής).

Εξάλλου η προσεπικαλούμενη ... Τράπεζα, με την από 20.5.2003 κύρια παρέμβαση της ζητεί να υποχρεωθεί ο υπάλληλος του πλειστηριασμού να παρακρατήσει υπέρ αυτής από το εκπλειστηρίασμα, που θα επιτευχθεί στον πλειστηριασμό του διανεμητέου ακινήτου, και να της καταβάλει το ποσό, που αντιστοιχεί στην ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτησή της. Η κυρία παρέμβαση, περίληψη της οποίας έχει εγγραφεί, αν και δεν απαιτείται, στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου Αττικής (βλ. το 2874/30.5.2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Χαλανδρίου), με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προσεπικαλούμενοι, κατά το άρθρο 491 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ενυπόθηκοι δανειστές, αφού προσέλθουν στη δίκη, μπορούν να ασκήσουν κύρια παρέμβαση προκειμένου να προβάλουν ισχυρισμούς ως προς τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής και να ασκήσουν τα δικαιώματα, που τους παρέχει το άρθρο 492 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ σε περίπτωση αυτούσιας διανομής, δηλαδή, λόγω του ότι η υποθήκη περιορίζεται στα μέρη, που περιήλθαν στον οφειλέτη τους, αν ως συνέπεια του περιορισμού δεν ασφαλίζεται επαρκώς η απαίτησή τους, να ζητήσουν τη σύσταση υποθήκης σε άλλα αντικείμενα, τα οποία με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη τους ή σε περίπτωση που, προς εξίσωση των μερών, υποχρεώνεται κάποιος από τους κοινωνούς να καταβάλει χρηματικό ποσό στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη, να ζητήσουν να καταβληθεί σ’ αυτούς το χρηματικό ποσό για να εξοφληθούν ολικά ή κατά ένα μέρος οι απαιτήσεις τους, στην περίπτωση δε κατά την οποία διατάσσεται η πώληση του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό μπορούν μόνο να αναγγελθούν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησής τους από το πλειστηρίασμα, με την καταβολή του οποίου αποσβέστηκε το εμπράγματο δικαίωμά τους.

 

Σχόλιο

Σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση των υποθηκών και των προσημειώσεων που βαρύνουν το ακίνητο (ΚΠολΔ 1005.3)[1] και ο υπερθεματιστής μπορεί να ζητήσει την εξάλειψή τους, πράγμα που καθιστά την αναγγελία των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανειστών απαραίτητη, προς διασφάλιση των απαιτήσεών τους, με την κατάταξη.

Αντιθέτως στις περιπτώσεις εκούσιου πλειστηριασμού κατ’ αρχήν, καθώς το άρθρο ΚΠολΔ 1021 δεν παραπέμπει στην παρ. 3 του άρθρου 1005, το ακίνητο μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή με τα εμπράγματα βάρη του (και την προσημείωση)[2], ώστε ανάγκη αναγγελίας και κατατάξεως εδώ δεν υπάρχει. Γι’ αυτό, ορθά δέχεται η κρατούσα γνώμη[3] ότι δεν εφαρμόζονται στον εκούσιο πλειστηριασμό οι διατάξεις του ΚΠολΔ για την αναγγελία και την κατάταξη δανειστών.

Όμως, κατ’ απόκλιση του ανωτέρω κανόνα, ειδικά στην περίπτωση εκούσιου πλειστηριασμού για τη δικαστική διανομή, προβλέπει το άρθρο ΚΠολΔ 484 (τροποποιώντας κατά τούτο και την ρύθμιση του ΑΚ 803) την απόσβεση των εμπράγματων βαρών με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή.

Έτσι, αφού (όπως αναφέρθηκε) στον εκούσιο πλειστηριασμό δεν χωρεί αναγγελία και κατάταξη[4], υποστηρίζεται ότι εναπομένει στον ενυπόθηκο (ή προσημειούχο) δανειστή η δυνατότητα (που παρέχεται και στους εγχειρόγραφους δανειστές) κατασχέσεως του πλειστηριάσματος, που αναλογεί στον οφειλέτη τους, στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου[5]. Εν τούτοις, θα εξανεμίζονταν με τον τρόπο αυτό τα πλεονεκτήματα της εμπράγματης εξασφαλίσεως [αφενός επέρχεται απόσβεση της υποθήκης (ή προσημειώσεως) με την καταβολή του πλειστηριάσματος με το άρθρο 484 ΚΠολΔ, αφετέρου θα ήταν άνευ αντικειμένου η υποχρεωτική προσεπίκληση του ενυπόθηκου (ή προσημειούχου) δανειστή με το άρθρο 491 ΚΠολΔ, συνακόλουθα και η παρέμβαση[6] αυτού στη δίκη διανομής] και έτσι θα εξομοιώνονταν ανεπίτρεπτα οι ενυπόθηκοι (ή προσημειούχοι) δανειστές με τους εγχειρόγραφους[7].

Διασφάλιση των ενυπόθηκων (ή προσημειούχων) δανειστών επιτυγχάνεται, ως εκ τούτου, όπως ορθά δέχεται η πρώτη από τις δημοσιευόμενες αποφάσεις (ΠολΠρΑθ 560/2009), μόνο με την παρακράτηση από το συμβολαιογράφο μέρους του πλειστηριάσματος, ίσου με την εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση και την εξόφλησή της (ακόμη και όταν δεν είναι ληξιπρόθεσμη) με βάση τη δικαστική απόφαση διανομής[8] και μάλιστα ακόμη και αν δεν ασκήθηκε κύρια παρέμβαση από τον ενυπόθηκο (ή προσημειούχο) δανειστή, αρκεί αυτός να είχε προσεπικληθεί, καθιστάμενος έτσι διάδικος, όπως πειστικά δέχεται από τις εδώ δημοσιευόμενες αποφάσεις η δεύτερη (ΠολΠρΑθ 2580/2005).

Κ. Παναγόπουλος


[1]* Δημοσιεύονται οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της παραπεμπτικής του Τμήματος, με κοινό σχολιασμό παρακάτω, στις σελ. 270 επ.

[1]* Βλ. κοινό σχόλιο στις τρεις συναφείς αποφάσεις κάτω από την τελευταία, σελ. 282.

[1]* Βλ. κοινό σχόλιο στις τρεις συναφείς αποφάσεις κάτω από την τελευταία, σελ. 282.

[1]. Ανάλογα, για το ενέχυρο, στα κινητά πρβλ. τα άρθρα ΑΚ 1318.3 και 1250 εδ. β΄.

[2]. Σύμφωνα με την νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 14/2006 (ΧρΙδΔ 2007, 97) με το άρθρο 41 ΕισΝΚολΔ εξομοιώνεται πλήρως ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη διαφορά (εκ του άρθρου 1007.1 ΚΠολΔ) τον τρόπο κατατάξεως, δηλαδή οριστικής ή τυχαίας αντίστοιχα.

[3]. Βλ. σχετικώς, με παραπομπές, Λ. Πίψου, Η αναγγελία σελ. 72 επ.

[4]. Ειδικά για την διανομή βλ. ΑΠ 99/1990 ΕλΔ 1991, 85. ΑΠ 1307/1994 ΕλΔ 1996, 609-610. Μητσόπουλος, ΔΙΚΗ 1977, 189 (196). Μπέης, ΔΙΚΗ 1977, 798. Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας, ΠολΔ 485 αρ. 8 σελ. 869. Αντίθ. η τρίτη από τις δημοσιευόμενες εδώ αποφάσεις.

[5]. Μπέης, ΠολΔ άρθρο 484 σελ. 1793 και 1795. ΜΠρΑθ 839/1976 ΝοΒ 1976, 997. ΕφΘεσ 128/1993 ΕλΔ 1994, 653-654. Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας, π.

[6]. Όντως, άνευ αντικειμένου θεωρεί την κύρια παρέμβαση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανειστών στη δίκη διανομής με πλειστηριασμό η απόφαση ΜΠρΤρικ 490/1971 ΝοΒ 1972, 348-9 (!).

[7]. Βλ. την σχετική επισήμανση της Λ. Πίψου, π. σελ. 415.

[8]. Βλ. Λ. Πίψου, π. σελ. 414 και 415 και τις εκεί παραπομπές στις σημ. 97, 98 και 101.